Learned comparatives and superlatives
Βέλτιστος, χείριστος, ελάχιστος: inherited suppletive forms, still alive in technical and administrative Greek.
The suppletive sets
Each common adjective has a parallel learned set. The modern form stays correct everywhere; the learned one belongs to fixed collocations — «βέλτιστες πρακτικές», «ελάχιστος μισθός».
| θετικός | νεοελληνικά | λόγιος συγκριτικός | λόγιος υπερθετικός |
|---|---|---|---|
| καλός | πιο καλός / καλύτερος | αμείνων | βέλτιστος / άριστος |
| κακός | πιο κακός / χειρότερος | χείρων | χείριστος |
| μεγάλος | μεγαλύτερος | μείζων | μέγιστος |
| μικρός | μικρότερος | ελάσσων | ελάχιστος |
| πολύς | περισσότερος | πλείων | πλείστος |
Collocations worth keeping
You do not invent these forms: you learn them as blocks. Βέλτιστες πρακτικές, ελάχιστος μισθός, μείζον θέμα, ήσσονος σημασίας. Using αμείνων in conversation would sound as odd as a Latinism.