Adjectives in -ων, -ουσα, -ον
Επείγων, παρών, ενδιαφέρων: old participles turned adjectives, everywhere in formal Greek and mis-declined by almost everyone.
The form and how it declines
Masculine in -ων, feminine in -ουσα, neuter in -ον. The trap is the masculine and neuter genitive: του ενδιαφέροντος, never “του ενδιαφέροντα”.
| πτώση | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο |
|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο ενδιαφέρων | η ενδιαφέρουσα | το ενδιαφέρον |
| γενική | του ενδιαφέροντος | της ενδιαφέρουσας | του ενδιαφέροντος |
| αιτιατική | τον ενδιαφέροντα | την ενδιαφέρουσα | το ενδιαφέρον |
| πληθ. ονομ. | οι ενδιαφέροντες | οι ενδιαφέρουσες | τα ενδιαφέροντα |
| πληθ. γεν. | των ενδιαφερόντων | των ενδιαφερουσών | των ενδιαφερόντων |
The most frequent ones
Επείγων (urgent), παρών / απών (present / absent), μέλλων (future), υπάρχων (existing), τυχών (any given). Watch the homograph: το ενδιαφέρον is also a noun, “interest”.
- Πρόκειται για επείγον περιστατικό.This is an urgent case.
- Οι παρόντες συμφώνησαν ομόφωνα.Those present agreed unanimously.