grecfacilegrecfacile
Α2

Comparative and superlative

Taller, the tallest, very tall: πιο ψηλός, ο πιο ψηλός, ψηλότατος — and comparing with από.

Two routes: πιο or -ότερος

πιο + adjective always works: πιο ψηλός, πιο ωραία. The -ότερος form is more formal: ψηλότερος, μικρότερος. Watch the inherited irregulars: καλός → καλύτερος, κακός → χειρότερος, μεγάλος → μεγαλύτερος, πολύς → περισσότερος.

επίθετοσυγκριτικόυπερθετικό
ψηλόςπιο ψηλός / ψηλότεροςο πιο ψηλός / ο ψηλότερος
καλόςκαλύτεροςο καλύτερος
κακόςχειρότεροςο χειρότερος
μεγάλοςμεγαλύτεροςο μεγαλύτερος
πολύςπερισσότεροςο περισσότερος

Comparing with από

The second term is introduced by από + accusative: Ο Νίκος είναι πιο ψηλός από τον Γιάννη. Never “που” or “ότι” here — από is the everyday construction.

The absolute superlative: -ότατος

“Very” with no comparison: ωραιότατος (very beautiful), φρεσκότατα ψάρια (perfectly fresh fish). An expressive equivalent of πολύ + adjective, common at markets and in compliments.

Your turn

Choose the correct form.