Comparative and superlative
Taller, the tallest, very tall: πιο ψηλός, ο πιο ψηλός, ψηλότατος — and comparing with από.
Two routes: πιο or -ότερος
πιο + adjective always works: πιο ψηλός, πιο ωραία. The -ότερος form is more formal: ψηλότερος, μικρότερος. Watch the inherited irregulars: καλός → καλύτερος, κακός → χειρότερος, μεγάλος → μεγαλύτερος, πολύς → περισσότερος.
| επίθετο | συγκριτικό | υπερθετικό |
|---|---|---|
| ψηλός | πιο ψηλός / ψηλότερος | ο πιο ψηλός / ο ψηλότερος |
| καλός | καλύτερος | ο καλύτερος |
| κακός | χειρότερος | ο χειρότερος |
| μεγάλος | μεγαλύτερος | ο μεγαλύτερος |
| πολύς | περισσότερος | ο περισσότερος |
Comparing with από
The second term is introduced by από + accusative: Ο Νίκος είναι πιο ψηλός από τον Γιάννη. Never “που” or “ότι” here — από is the everyday construction.
The absolute superlative: -ότατος
“Very” with no comparison: ωραιότατος (very beautiful), φρεσκότατα ψάρια (perfectly fresh fish). An expressive equivalent of πολύ + adjective, common at markets and in compliments.
Your turn
Choose the correct form.