grecfacilegrecfacile

Μυθολογία · Επίπεδο Γ1

Ο Καπανέας και η Ευάδνη

Είπε ότι θα μπει στη Θήβα ακόμα κι αν τον εμποδίσει ο Δίας. Ο Δίας τον άκουσε.

Από τους επτά αρχηγούς που πολιόρκησαν τη Θήβα, ο Καπανέας ήταν ο πιο δυνατός στο σώμα και ο πιο απρόσεκτος στο στόμα.

Έφερε μαζί του πολύ μακριές σκάλες και είπε ότι δεν χρειάζεται πύλη: θα ανέβει από πάνω.

Στην ασπίδα του είχε βάλει έναν γυμνό άντρα να κρατάει αναμμένο δαυλό, και από κάτω τρεις λέξεις: «θα κάψω την πόλη».

Και το είπε και δυνατά, μπροστά στον στρατό: ότι θα μπει στη Θήβα είτε το θέλει ο θεός είτε όχι, και ότι ούτε ο κεραυνός του Δία δεν θα τον σταματήσει.

Στους μύθους των Ελλήνων, αυτή η πρόταση είναι ήδη η απάντηση.

Την ώρα της επίθεσης, ο Καπανέας ανέβηκε πρώτος. Είχε φτάσει σχεδόν στην κορυφή του τείχους και οι Θηβαίοι υποχωρούσαν.

Τον χτύπησε κεραυνός πάνω στη σκάλα.

Ο Ευριπίδης λέει ότι το σώμα έπεσε και ότι τα μέλη του σκορπίστηκαν — τα μαλλιά προς τον ουρανό, το αίμα στη γη — και ότι ο στρατός σταμάτησε από τον φόβο.

Η εκστρατεία χάθηκε εκείνη τη στιγμή.

Η ιστορία όμως δεν τελειώνει με τον θάνατό του.

Επειδή τον χτύπησε ο κεραυνός, ο Καπανέας θεωρήθηκε ιερός. Το σώμα του δεν κάηκε μαζί με των άλλων· του έφτιαξαν χωριστή πυρά, στην Ελευσίνα, με ειδικές τιμές.

Και εκεί έρχεται η γυναίκα του.

Στις «Ικέτιδες» του Ευριπίδη, ενώ οι μητέρες των νεκρών θρηνούν, εμφανίζεται ψηλά, πάνω στον βράχο, μια γυναίκα.

Είναι η Ευάδνη. Και δεν φοράει μαύρα.

Είναι ντυμένη σαν νύφη, με τα ρούχα του γάμου της.

Ο πατέρας της, ο Ίφις, φτάνει τρέχοντας και προσπαθεί να της μιλήσει. Τη ρωτάει τι κάνει εκεί πάνω.

Εκείνη του απαντάει ήρεμα ότι ήρθε για να νικήσει όλες τις γυναίκες.

Λέει ότι δεν αντέχει να ζήσει χώρια από τον άντρα της και ότι θα ενωθεί μαζί του στη φωτιά. Και προσθέτει, χωρίς να το κρύψει, ότι θέλει να μείνει το όνομά της.

Ο πατέρας της την παρακαλεί. Της λέει ότι είναι ντροπή, ότι έχει παιδί, ότι δεν το κάνει καμία.

Και εκείνη πηδάει από τον βράχο μέσα στην πυρά.

Ο Ευριπίδης δεν λέει αν είχε δίκιο.

Αφήνει όμως τον γέρο πατέρα να μιλήσει μετά, και του δίνει έναν από τους πιο πικρούς λόγους του έργου: ότι δεν καταλαβαίνει γιατί οι άνθρωποι θέλουν να ζήσουν πολύ, ότι τα γηρατειά είναι βάρος, και ότι έχασε και τον γιο του στη μάχη και τώρα και την κόρη του — και ότι πηγαίνει σπίτι σε άδεια δωμάτια.

Ολόκληρο το έργο, στην πραγματικότητα, μιλάει για κάτι πολύ συγκεκριμένο: οι Θηβαίοι δεν έδιναν πίσω τα σώματα των νεκρών για να θαφτούν, και οι μητέρες του Άργους ήρθαν στην Αθήνα να ζητήσουν βοήθεια.

Ο Θησέας τους την έδωσε — αφού πρώτα, λέει ο Ευριπίδης, ρώτησε τον λαό του.

Και το ζήτημα δεν ήταν μυθολογικό. Το κοινό που το άκουγε ζούσε σε πόλεμο, και ήξερε πολύ καλά τι σημαίνει να μη γυρίζει ένα σώμα πίσω.

Sırada

Bütün mitler →

Az önce Yunanca okudun.

A1 seviyesi kalıcı olarak ücretsiz: alfabe, ilk kelimeler ve anında düzeltilen alıştırmalar.

A1 seviyesine başlaKredi kartı gerekmez