Μυθολογία · Επίπεδο Α1
Ο Τιτυός
Ήταν τόσο μεγάλος που το σώμα του σκέπαζε έναν ολόκληρο κάμπο.
Ο Τιτυός ήταν γίγαντας. Η μητέρα του ήταν η ίδια η Γη.
Ζούσε στη Φωκίδα, κοντά στους Δελφούς.
Μια μέρα πέρασε από εκεί η Λητώ, η μητέρα του Απόλλωνα και της Άρτεμης. Πήγαινε στο μαντείο.
Ο Τιτυός την είδε και θέλησε να της κάνει κακό.
Η Λητώ φώναξε τα παιδιά της.
Ήρθαν και οι δύο με τα τόξα τους. Ο Απόλλωνας και η Άρτεμη τον σκότωσαν εκεί.
Αλλά η ιστορία δεν τελειώνει με τον θάνατο.
Στον Κάτω Κόσμο, ο Τιτυός δεν κάθεται και δεν περπατάει. Είναι ξαπλωμένος στο χώμα.
Ο Όμηρος λέει ότι το σώμα του πιάνει τόσο τόπο όσο ένα μεγάλο χωράφι.
Δίπλα του κάθονται δύο γύπες.
Τρώνε το συκώτι του. Και το συκώτι ξαναγίνεται κάθε νύχτα.
Ο Οδυσσέας τον βλέπει, όταν κατεβαίνει στους νεκρούς. Δεν του μιλάει. Απλώς κοιτάζει και προχωράει.
Οι Έλληνες είχαν τρεις μεγάλες τιμωρίες στον Κάτω Κόσμο: του Τάνταλου, του Σίσυφου και του Τιτυού.
Και οι τρεις είναι το ίδιο πράγμα: κάτι που δεν τελειώνει ποτέ.