Μυθολογία · Επίπεδο Γ2
Το μαντείο των Δελφών
Χίλια χρόνια, όλη η Μεσόγειος ρωτούσε μία γυναίκα καθισμένη πάνω από μια σχισμή.
Λένε ότι ο Δίας θέλησε να βρει το κέντρο της γης. Άφησε δύο αετούς από τις δύο άκρες του κόσμου να πετάξουν ο ένας προς τον άλλο. Συναντήθηκαν πάνω από τον Παρνασσό, και στο σημείο εκείνο έστησαν μια πέτρα: τον ομφαλό.
Το ιερό ήταν χτισμένο σε μια απότομη πλαγιά, κάτω από δύο τεράστιους βράχους. Δεν είναι εύκολο μέρος για πόλη· δεν έχει λιμάνι, ούτε κάμπο.
Και όμως, για περίπου χίλια χρόνια, ήταν το σημείο όπου έπαιρναν αποφάσεις βασιλιάδες, στρατηγοί και ολόκληρες πόλεις.
Η διαδικασία ήταν αυστηρή.
Το μαντείο λειτουργούσε λίγες μόνο μέρες τον χρόνο. Οι ερωτώντες περίμεναν σε σειρά — και υπήρχε και πληρωμή, και θυσία, και προτεραιότητα για όσες πόλεις είχαν κερδίσει το δικαίωμα να ρωτούν πρώτες.
Πριν από τον χρησμό, έριχναν κρύο νερό πάνω σε μια κατσίκα. Αν το ζώο δεν έτρεμε ολόκληρο, η μέρα θεωρούνταν ακατάλληλη και όλοι γύριζαν πίσω.
Την απάντηση την έδινε η Πυθία.
Ήταν πάντα γυναίκα, από την ίδια την πόλη των Δελφών. Στα πρώτα χρόνια διάλεγαν νέες κοπέλες· αργότερα, μετά από ένα επεισόδιο, μόνο γυναίκες πάνω από πενήντα.
Δεν χρειαζόταν να είναι μορφωμένη. Ο Πλούταρχος, που υπήρξε ιερέας εκεί, γράφει ότι στην εποχή του η Πυθία ήταν αγρότισσα από φτωχή οικογένεια, χωρίς καμία εκπαίδευση.
Καθόταν σε έναν χρυσό τρίποδα, πάνω από μια σχισμή του βράχου, και κρατούσε κλαδί δάφνης.
Οι αρχαίοι έλεγαν ότι από τη σχισμή έβγαινε ένα ρεύμα — το έλεγαν «πνεύμα» — που την άλλαζε.
Για αιώνες αυτό θεωρούνταν φιλολογική υπερβολή. Ύστερα, στη δεκαετία του 1990, μια ομάδα γεωλόγων και χημικών εξέτασε την περιοχή.
Βρήκαν ότι κάτω από τον ναό διασταυρώνονται δύο ρήγματα, και ότι το πέτρωμα είναι ασφαλτούχος ασβεστόλιθος. Στα νερά της περιοχής εντόπισαν αέρια — ανάμεσά τους αιθυλένιο, που σε μικρές ποσότητες προκαλεί ευφορία και αποστασιοποίηση.
Δεν αποδεικνύει τι έβλεπε η Πυθία. Δείχνει όμως ότι η περιγραφή δεν ήταν επινοημένη.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο των Δελφών δεν είναι πάντως το πώς.
Είναι το τι έλεγαν.
Ο Ηράκλειτος το διατύπωσε καλύτερα από όλους: «ο άρχοντας των Δελφών ούτε λέει ούτε κρύβει — σημαίνει».
Δηλαδή δίνει σημάδι, όχι απάντηση.
Στον Κροίσο είπαν ότι, αν περάσει τον ποταμό, θα καταλύσει μεγάλη αρχή. Την κατέλυσε: τη δική του.
Στους Αθηναίους, όταν ερχόταν ο περσικός στρατός, έδωσαν πρώτα έναν χρησμό απελπιστικό και ύστερα, όταν επέμειναν, έναν δεύτερο: ότι θα σωθούν πίσω από «ξύλινο τείχος».
Στην Αθήνα έγινε ολόκληρη συζήτηση. Οι γέροι έλεγαν ότι εννοεί τον φράχτη της Ακρόπολης. Ο Θεμιστοκλής είπε ότι εννοεί τα καράβια.
Επικράτησε ο Θεμιστοκλής, και στη Σαλαμίνα φάνηκε ότι είχε δίκιο.
Αλλά το ουσιαστικό είναι ότι ο χρησμός δεν πήρε την απόφαση. Την πήρε μια ψηφοφορία.
Πάνω στον ναό ήταν χαραγμένες φράσεις που τις απέδιδαν στους εφτά σοφούς. Δύο έμειναν σε όλες τις γλώσσες: «γνῶθι σαυτόν» και «μηδὲν ἄγαν» — γνώρισε τον εαυτό σου, τίποτα με υπερβολή.
Και οι δύο λένε το ίδιο πράγμα σε έναν άνθρωπο που στέκεται στο κέντρο του κόσμου: ότι δεν είναι θεός.
Από εκεί πέρασε και ο Σωκράτης — έμμεσα.
Ένας φίλος του, ο Χαιρεφών, ρώτησε την Πυθία αν υπάρχει κανείς σοφότερος από τον Σωκράτη. Η απάντηση ήταν όχι.
Ο Σωκράτης, λέει ο Πλάτωνας, δεν το πίστεψε και πέρασε την υπόλοιπη ζωή του ρωτώντας ανθρώπους, προσπαθώντας να βρει κάποιον σοφότερο — και καταλήγοντας ότι ο χρησμός εννοούσε κάτι πολύ μικρό: ότι αυτός τουλάχιστον ήξερε ότι δεν ξέρει.
Το μαντείο έχασε τη δύναμή του σιγά σιγά, μαζί με τις ελληνικές πόλεις.
Στα ρωμαϊκά χρόνια ο Πλούταρχος έγραψε ένα ολόκληρο βιβλίο με τίτλο «Γιατί σταμάτησαν τα μαντεία», και η απάντηση που δίνει είναι πεζή: επειδή λιγόστεψαν οι άνθρωποι.
Το τέλος ήρθε στα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ., όταν απαγορεύτηκαν οι αρχαίες λατρείες.
Υπάρχει μια παράδοση — αμφισβητούμενη, αλλά γνωστή — ότι ο τελευταίος χρησμός δόθηκε σε απεσταλμένο του αυτοκράτορα Ιουλιανού, που προσπαθούσε να τα ξαναζωντανέψει.
Λέει: «Πείτε στον βασιλιά ότι η ωραία αυλή έπεσε στη γη. Ο Απόλλωνας δεν έχει πια στέγη, ούτε δάφνη μαντική, ούτε πηγή που να μιλάει. Έσβησε και το νερό που έλεγε».
Είτε το είπε κάποιος τότε είτε το έγραψε κάποιος αργότερα, είναι το σωστό τέλος: το τελευταίο πράγμα που ανακοίνωσε το μαντείο ήταν ότι δεν υπάρχει πια.